δηλητηριάζω


δηλητηριάζω
[дилитириазо] р. отравлять.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δηλητηριάζω" в других словарях:

  • δηλητηριάζω — δηλητηριάζω, δηλητηρίασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δηλητηριάζω — 1. δίνω σε κάποιον δηλητήριο, τόν φαρμακώνω, σκοτώνω κάποιον με φαρμάκι 2. (για φαγώσιμα) προξενώ δηλητηρίαση 3. ποτίζω κάτι με δηλητήριο, ρίχνω σε κάτι δηλητήριο («δηλητηρίασε το κρασί») 4. δηλητηριάζοντας κάτι σιγά σιγά τό φθείρω, τό καταστρέφω …   Dictionary of Greek

  • δηλητηριάζω — δηλητηρίασα, δηλητηριάστηκα, δηλητηριασμένος 1. δίνω δηλητήριο σε κάποιον, φαρμακώνω: Πρώτα δηλητηρίασε τα παιδιά της και μετά αυτοκτόνησε. 2. μτφ., προκαλώ λύπη, στεναχωρώ κάποιον με τις πράξεις ή τα λόγια μου: Η μάνα δηλητηριάστηκε με τις… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταφαρμάσσω — (Α) 1. δηλητηριάζω ή μαγεύω κάποιον με φάρμακα 2. μτφ. γοητεύω, μαγεύω κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φαρμάσσω «δηλητηριάζω ή μαγεύω κάποιον με φάρμακα»] …   Dictionary of Greek

  • καταφαρμακεύω — (AM) μσν. αρχ. δηλητηριάζω αρχ. 1. δίνω ορισμένες δόσεις φαρμάκων 2. αλείφω με φάρμακα ή με ψιμύθια 3. γοητεύω, μαγεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φαρμακεύω «συστήνω φάρμακο, δηλητηριάζω, μαγεύω»] …   Dictionary of Greek

  • αγλεουρίζω — και αγκλεουρίζω [αγλέουρας] 1. δηλητηριάζω τα νερά ποταμού, λίμνης ή θάλασσας με αγλέουρα, για να πιάσω τα ψάρια ή τα χέλια που θα δηλητηριαστούν με αυτόν τον τρόπο 2. ψαρεύω σε ποταμό, λίμνη ή θάλασσα, αφού προηγουμένως δηλητηριάσω τα νερά με… …   Dictionary of Greek

  • αδηλητηρίαστος — η, ο [δηλητηριάζω] 1. αυτός που δεν δηλητηριάστηκε, ο αφαρμάκωτος 2. που δεν έχει υποστεί ηθική βλάβη, ο ηθικά άφθαρτος …   Dictionary of Greek

  • δηλητηρίαση — Παθολογική κατάσταση που προκαλείται από διαλυτές ουσίες, οι οποίες ονομάζονται δηλητήρια και δρουν χημικά στους οργανικούς ιστούς, αλλοιώνοντας τη δομή τους ή διαταράσσοντας τη λειτουργία τους. Η δ. διακρίνεται σε οξεία και σε χρόνια. Η οξεία… …   Dictionary of Greek

  • δηλητηριαστής — ο (θηλ. δηλητηριάστρια, η) αυτός που δηλητηριάζει, που προξενεί βλάβη ή που σκοτώνει με δηλητήριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < δηλητηριάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1863 στον Ειρηναίο Ασώπιο] …   Dictionary of Greek

  • δοξεύω — (Μ δοξεύω) 1. βάλλω, χτυπώ με τόξο 2. τραυματίζω με βέλος 3. παθ. είμαι πληγωμένος από έρωτα μσν. 1. (για μέλισσα) κεντρίζω 2. προσβάλλω, διασύρω 3. (για δηλητήριο) δηλητηριάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. τοξεύω με τροπή του τ σε δ (βλ. λ. δοξάτορας)] …   Dictionary of Greek